Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΙ ΚΟΛΥΜΒΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΙ ΚΟΛΥΜΒΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.3.07

Χειμερινοί Κολυμβητές – Η μαστοράντζα του Ερντεμπίλ


Οι Χειμερινοί Κολυμβητές αποτελούν μία μοναδική περίπτωση μουσικού σχήματος. Πολύ γνωστοί τόσο για τις άκρως επιτυχημένες live εμφανίσεις τους και τους φανατικούς οπαδούς τους , όσο και για την ιδιαιτερότητα της φωνής και της προσωπικότητας του Αργύρη Μπακιρτζή, οι Χειμερινοί Κολυμβητές προτείνουν μία διαφορετική, μορφή συναυλίας , που μένει αξέχαστη σε όσους την έχουν παρακολουθήσει έστω και μία φορά.

Οι σπάνιες εμφανίσεις τους αποτελούν γεγονός, κάθε συναυλία τους είναι διαφορετική γιατί δημιουργείται «επί τόπου» με τη συμμετοχή του κοινού και κάθε παράστασή τους διακρίνεται όχι μόνο για τη μουσική τους πρόταση που συνδυάζει παραδοσιακά και έντεχνα στοιχεία , εφαρμοσμένα από δεξιοτέχνες μουσικούς, αλλά και για την ευδιάθετη , ζεστή και ουσιαστική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι Χειμερινοί Κολυμβητές με το κοινό τους.


Στο τέλος του 2005, κυκλοφορεί ο δίσκος «Η Μαστοράντζα του Ερντεμπίλ», συλλογή με 14 ιστορικά τραγούδια του Ευαγγέλου Ζάχου Παπαζαχαρίου. Μια αφηγηματική πατριδογνωσία των νεώτερων Βαλκανίων σε έμμετρη μορφή δε θα μπορούσε να είναι πιο παραδοσιακή, πιο σύγχρονη, πιο ψαγμένη, και πιο παιχνιδιάρικη. Με τη βαθιά γνώση που μεταγγίζει σταγόνα-σταγόνα, νότα-νότα ο κύριος Ζάχος και τις γλυκόπιοτες σκανταλιές και τις παραλλαγές των Κολυμβητών, οδηγεί τον ακροατή σε κάθε ξεχασμένη, χωνεμένη κι αφομοιωμένη γωνιά της σύγχρονής μας λαϊκής κουλτούρας.

Και τι δεν περιέχει τούτος δω ο μπαχτσές.
Σε μια εποχή θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και εθνικιστικής έξαρσης, που μας κληροδότησε ο 19ος αιώνας, τα τραγούδια του δίσκου, επιχειρούν μια περιήγηση στον γεωγραφικό χώρο που αποτελεί την κληρονομιά του Βυζαντίου και κατόπιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την Αχρίδα μέχρι τη Βαγδάτη και τον Καύκασο, μέχρι και τις εσχατιές της Ανατολής, ανιχνεύοντας ό,τι ενώνει τους λαούς και όχι ό,τι τους χωρίζει.
Τους κοινούς μύθους, τους κοινούς ή αντίστοιχους ήρωες και αγίους, όπως ο Διγενής, ο Κιόρογλου κι ο Άη Γιώργης. Τα συμβάντα που μαρτυρούν τις κοινωνικές και οικονομικές αιτίες που κρύβονται πίσω από τις θρησκευτικές και εθνικιστικές αντιπαραθέσεις. Μας ταξιδεύουν στις περιηγήσεις του Πούσκιν στον Καύκασο και στις ταινίες του Παρατζάνωφ.
Ανατολίτικο κάντρι γουέστερν στο στιλ του Μορικόνε, αναφορά στον Σαγιάτ Νοβά και στην βιογραφική ταινία "Το χρώμα του ροδιού" του Σεργκέι Παραντζάνοφ. Αγιωργήτικο διηγηματικό άσμα στο στιλ των δημωδών, των πανηγυριών και των πλανόδιων ασίκηδων τραγουδιστάδων. Ρεμπέτικο σμυρναίικο από τους στίχους του τσιγγάνου ποιητή Αμπντούλ Χασάν ελ Νουρί που έψαχνε τον προσωπικό του δρόμο προς τη θέωση. Το έπος του Κιόρογλου Νεστανή που θα πει «ο γιος του τυφλού». Ο Κιόρογλου είναι ενα και το αυτό με τον Διγενή Ακρίτα, ισχυρίζονται κάποιοι μελετητές. Μια επαναστατική θεωρία που έγινε πράξη ήτανε και η διακήρυξη των Μαστόρων του Ερντεμπίλ.
Οι σαλοί δεν είναι μόνον άγιοι της εκκλησίας. Κι ούτε έχουν μόνο αυτοί στενή σχέση με τη φύση και τα ζώα. Ταξίμι για το κλείσιμο της αλβανικής βεντέτας. Ελεγεία στον Μάρκο Κράλη που άγιασε ως λαϊκός ήρωας, προστάτης των φτωχών, εισηγητής της συναδέλφωσης και της συμφιλίωσης. Σερβικό αντιπολεμικό μοιρολόι με τη βιόλα να στριγκλίζει. Ωδή στο ψάρι που το λεν Κοράν. Ριζίτικα κάλαντα του Κεμάλ του τουρκοκρητικού. Ένα έξοχο δείγμα στην παράδοση των μεικτών πολυγλωσσικών τραγουδιών. Νεκρικό άσμα, του θάρρους και της επιστροφής. Ψαλμός σε ήχο τρίτο, μονωδία βυζαντινή.

Αυτά κι άλλα πολλά [π.χ. κάποτε η λέξη τούρκος ήταν υποτιμητική, σχεδόν βρισιά] βρίσκονται λεπτομερώς ανεπτυγμένα στο 36 σελίδων βιβλιαράκι που συνοδεύει το εκπληκτικό αυτό δισκάκι. Μελατάται σα μια βίβλος του πρόσφατου ιστορικού μας παρελθόντος μπλεγμένου σε θρύλους παραδόσεις και παραλογές. Απολαμβάνεται ως μια νέα προσπάθεια ενωτικού πνεύματος για την αρμονική συνύπαρξή μας, όπως την οραματίστηκε ο Ρήγας κι ο Σαμπατάι Σεβή.

Ο τίτλος του δίσκου, από το ομώνυμο τραγούδι, παραπέμπει στην πόλη του δυτικού Αζερμπαϊζάν Ερντεμπίλ, όπου για πρώτη φορά ορίστηκαν, οι κανόνες της λειτουργίας του παζαριού. Του χώρου όπου γινόταν στο εξής η ανταλλαγή, το αλισβερίσι, χωρίς την επέμβαση μεσαζόντων, δηλαδή εμπόρων, ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, του οποίου η ιδέα διαδόθηκε αμέσως στην Κεντρική και Δυτική Ασία, στις Ινδίες, στην Αφρική και σ’ ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης, και παντού οι λαοί το δέχτηκαν με ενθουσιασμό.

Μαζί με τους Χειμερινούς Κολυμβητές συμπράττει με τη βιόλα του ο εκ των αρχικών μελών του συγκροτήματος Δημήτρης Πολυζωίδης, που ζει μόνιμα στην Αυστρία, καθώς και κλιμάκιο των υπερηλίκων και δυσκόλως εγειρομένων πλέον, μελών της χορωδίας ΡΟΞ.


256 Kbps + covers

Ακούστε


24.2.07

Χειμερινοί Κολυμβητές - στις Γραμμές

Χειμώνας πριν 4-5 χρόνια και μαθαίνουμε ότι έρχεται ο Αργύρης και η παρέα του στην πρωτεύουσα για «2 μέρες μόνο», για παραπάνω μάλλον δεν το αντέχει…
Στις γραμμές τρεχάλα λοιπόν (γιατί όποιος έχει πάει σε συναυλία των Χειμερινών παθαίνει κάτι σαν εθισμό και δεν μπορεί να ξεφύγει από την επόμενη, δεν μπορεί να χάσει καμιά).
Κι εκεί μαθαίνω ότι θα μεταδοθεί (μέχρι κάποια ώρα) κι από το ραδιόφωνο. Μπαίνουν σε λειτουργία τα κινητά (να και μια φορά που χρησιμέψανε πραγματικά σε κάτι σημαντικό) : ηχογράφησε το, ξέρεις βάζεις κασέτα, πατάς το rec θα το γράψει , κι άλλαζε κασέτα κάθε μισή ώρα και γρήγορα, ωχ τελειώνει η μπαταρία ….


Το αποτέλεσμα, που προέκυψε βέβαια μετά από επεξεργασία, κόψε-ράψε κλπ είναι αυτό που θα ακούσετε. Μια τραγούδι, μια λόγος. Και λόγος χείμαρρος, γέλιο απερίγραπτο, και ποιος χρειάζεται ψυχοθεραπεία μετά από αυτό?
Ξεχνάς τα πάντα και μπαίνεις μέσα σ ένα κλίμα αυθόρμητου γέλιου, τίποτα δεν είναι προμελετημένο, τα πάντα μπορούν να προκύψουν, από το μεγάλο τραπέζι που είναι άδειο και γιατί δεν ήρθανε οι άνθρωποι, τι να τους έτυχε, μέχρι το: εγώ είμαι φάλτσος πες το εσύ καλύτερα, ή ας το κάνουμε πρόβα τώρα, δεν θα το τραγουδήσουμε, θα το απαγγείλουμε γιατί δεν μας προέκυψε, μια στιγμή περιμένετε!!
Κι επειδή οι περιγραφές μου είναι φτωχές καλύτερα ακούστε το …
192 Kbps χωρίς εξώφυλλα φυσικά αφού δεν έχει βγει σε CD

ακούστε

Χειμερινοί Κολυμβητές - Χειμερινοί Κολυμβητές

Τα κύματα της θάλασσας μου το 'πανε
αυτή η νύχτα μένει, για αύριο ποιος ξέρει
Έλα πουλί μου να πάμε στην Πέραμο
στην Αρζεντίνα να βρεθούμε
φωτιές να δουν τα πέλαγα
πωπω χαρές τ' αστέρια
Κι ο ζων-νεκρός της μνήμης μας
μια πτήση στον αιθέρα
στο χάος και στο όνειρο
απελπισία χορτάτος





Οι «Χειμερινοί Κολυμβητές» σαν μουσικό σχήμα ξεκίνησαν το 1979 και κατά καιρούς δέχονται στις τάξεις τους διάφορους συνεργάτες σε μόνιμη ή περιστασιακή βάση. Καθένα από τα μέλη ακολουθεί την προσωπική του διαδρομή στην ελληνική μουσική σκηνή, με ξεχωριστή δισκογραφική παρουσία.
Ο μόνος λόγος που ξεκίνησαν ήταν το κέφι τους, η αγάπη τους για τη μουσική, η παρέα, η πλάκα.
Ο Αργύρης Μπακιρτζής είναι ο βασικός παράγοντας, τραγουδάει, γράφει, μιλάει, ακόμα και μας μαθαίνει με τον δικό του γλαφυρό τρόπο. Η φωνή του βραχνή, ιδιόρρυθμη, καμιά φορά και φάλτσα, αλλά πάντα τρυφερή, και ποτέ αδιάφορη. Η θα σου αρέσει πολύ ή δε θα μπορείς να τον ακούσεις, σίγουρα όμως δεν θα τον προσπεράσεις.
Η μελωδία απλή, οι στίχοι ακόμα πιο απλοί με μια αμεσότητα που είναι σα να σου μιλάει ο φίλος σου στο τηλέφωνο και να σου λέει τον πόνο του: δέκα χρόνια σ’ αγαπώ, τα καλύτερα της νιότης μου τα χρόνια ….
Ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε το 1981 και περιλαμβάνει 15 τραγούδια που είχαν πρωτοκυκλοφορήσει σε βινύλιο και 13 ακόμα (μερικές φορές και τα ίδια) που είχαν ακουστεί και ηχογραφηθεί σε συναυλίες.

160 Kbps + covers

άκούστε

23.2.07

Χειμερινοί Κολυμβητές - Οι δακοκτόνοι

Μεταφορείς και ψεκαστές,
Αρχιεργάτες, γεωπόνοι,
Ολοι εμείς οι δακοκτόνοι
Είμαστε δολοφόνοι




Αυτά και αλλά πολλά τέτοια ωραία μας λέει ο Αργύρης σ’ αυτό το δίσκο
Γεγονός είναι ότι η φωνή του ή αρέσει πολύ ή δεν αρέσει καθόλου (μέσος όρος δεν υπάρχει)Όμως ότι τα τραγούδια του και οι εμφανίσεις του είναι ψυχοθεραπευτικές, αυτό δε μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας.

Το συγκρότημα αυτό από τον «Βορρά» εμφανίστηκε πριν στα 1979, εγκαινιάζοντας μια εποχή, και έκτοτε υπήρξε πρότυπο για νέα σχήματα και ανεξάρτητες δισκογραφικές παραγωγές, δημιουργώντας με τα τραγούδια του «προσωπικό ύφος» και μουσική άποψη.
Ένα σύνολο από αξιόλογους μουσικούς, συναντάει τον τραγουδιστή Αργύρη Μπακιρτζή αλλά και τον άνθρωπο, που με τις παρεμβάσεις, τα σχόλια και τις μαρτυρίες για την γέννηση των τραγουδιών που ακούγονται, δημιουργούν μια μοναδική ατμόσφαιρα, και μια αμεσότητα στη συμμετοχή του κοινού στα δρώμενα του σχήματος.
Ιδιαίτερη περίπτωση ερασιτεχνών μουσικών, οι Χειμερινοί Κολυμβητές έφτιαξαν, με τους βασικούς τους δίσκους, τραγούδια που αποτελούν πρότυπα για τη ζωντάνια, τον ενθουσιασμό, την τρυφερότητα, την αγάπη, αλλά και τη μελαγχολία τους. Δηλαδή, μια μικρή συνταγή ζωής.

Οι Δακοκτόνοι» κυκλοφόρησαν το 1991, με την ξεχωριστή παρουσία του 81χρονου (τότε) Σταύρου Kαραμανιώλα από τη Θάσο.

256 Kbps + Covers

ακούστε: 1 2

Χειμερινοί Κολυμβητές και η Μπάντα της Φλώρινας - Όχι λάθη πάντα λάθη

Λειψά μου χαμογέλασες
γιατί έβλεπε η μαμά σου
κι όλοι τριγύρω ήταν γνωστοί
και εγώ ξένος στο Πρίνο







Οι «Χειμερινοί Κολυμβητές» σαν μουσικό σχήμα ξεκίνησαν το 1979 και κατά καιρούς δέχονται στις τάξεις τους διάφορους συνεργάτες σε μόνιμη ή περιστασιακή βάση. Καθένα από τα μέλη ακολουθεί την προσωπική του διαδρομή στην ελληνική μουσική σκηνή, με ξεχωριστή δισκογραφική παρουσία.
Ο Αργύρης Μπακιρτζής, η ψυχή του συγκροτήματος, με την ιδιόρρυθμη φωνή του, τραγουδάει τον έρωτα, τη μοναξιά, την ομορφιά, τις φευγαλέες εικόνες, το κέφι της παρέας, τη μαγεία της νύχτας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, είναι αρχιτέκτωνας στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, αυτοδίδακτος μουσικός και γράφει στίχους και μουσική...
Στο συγκρότημα συμμετέχουν ή συμμετείχαν και οι:
Κώστας Βόμβολος (ακορντεόν, κανονάκι). Γεννήθηκε στο Βόλο. Γράφει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Μιχάλης Σιγανίδης (κοντραμπάσο, μαντολίνο, φωνή). Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Γράφει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Φλώρος Φλωρίδης (σαξόφωνο, κλαρίνο). Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται με τη σύγχρονη τζαζ. Είναι σολίστ και μέλος συνόλων σύγχρονης μουσικής.
Κώστας Σιδέρης (κιθάρα, τζουράς, φωνή). Γεννήθηκε στη Φλώρινα και είναι αυτοδίδακτος μουσικός.
Γιώργος Τακματζόγλου (κιθάρα, φωνή). Γεννήθηκε στην Έδεσσα και είναι αυτοδίδακτος μουσικός.
Ισίδωρος Παπαδάμου (μπουζούκι, τζουράς, τραγούδι). Αποχώρησε το 1997.
Δημήτρης Πολυζωίδης (βιολί). Σήμερα ζει μόνιμα στην Αυστρία.
Χάρης Παπαδόπουλος (μπουζούκι). Γεννήθηκε στην Κατερίνη. Γράφει μουσική. Μέλος του συγκροτήματος από το 1997.
Οι Χειμερινοί Κολυμβητές όμως, αν και εξαμελές συγκρότημα, έχουν πολλούς συνεργάτες κύριους και περιφερειακούς: Ο μπαρμπα Σταύρος Καραμανιώλας, δημιουργός τραγουδιών και ποιημάτων εκ Καζαβιτίου Θάσου (γεν. 1911), ο Διονύσιος Ρούσσος, πολυτεχνίτης εκ Περιστερίου, ο Άκης Αμπαστάδο, οι ΡΟΞ χορωδία υπερηλίκων εκ Θεσσαλονίκης, μπάντα της Φλώρινας και άλλους πολλούς.

Στα 1997, οι Χειμερινοί Κολυμβητές, παρουσιάζουν τον διπλό δίσκο «Όχι Λάθη, Πάντα Λάθη», μόνιμη ατάκα του Βαγγέλη Σεμελίδη, συνεργάτη του Αργύρη Μπακιρτζή στον καθημερινό του ρόλο ως αρχιτέκτονα.

Ο δίσκος περιλαμβάνει μεγάλο μέρος διαρκείας 75 λεπτά συναυλίας τους στο Λυκαβηττό το Σεπτέμβριο του 1995. Σ' αυτόν περιέχονται 10 τραγούδια απ' τους προηγούμενους δίσκους τους και 13 ανέκδοτα νέα τραγούδια. Η Μπάντα της Φλώρινας συμμετέχει σε 4 τραγούδια.
Περιλαμβάνεται κι ένα έξτρα CD με 2 τραγούδια. Το ένα απ αυτά λέγεται «ο βίος μου» και είναι του Σταύρου Καρμανιώλα που διηγείται τη ζωή του. Όπως λέει κι ο Αργύρης στην εισαγωγή «είναι η ιστορία της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης από το ’11 που γεννήθηκε ως σήμερα»

Ό βίος μου. Σταύρου Καραμανιώλα.

Τα ποιήματα μου είναι πολλά και δεν τα ‘χω γραμμένα·
είναι μες στο κεφάλι μου μαγνητοφωνημένα.
Μα θα χαθούνε, σκέφθηκα, μια μέρα σαν πεθάνω,
γι' αυτό και απεφάσισα κασέτες να τα κάνω.
Τα ποιήματα, το βίο μου, κασέτες τώρα κάνω
για να τις παίζουν, να μ' ακούν, όταν θα αποθάνω.
Αρχίζω, μαγνητοφωνώ και πρώτα πριν απ' όλα
ειμ' απ' τον Πρίνο και με λεν Σταύρο Καραμανιώλα.
Γεννήθηκα το έντεκα στο Μέγα Καζαβίτι,
χρόνια τουρκοκρατούμενα, τα χρόνια του χαμίτη.
Φύγαν οι Τούρκοι κι άρχισε ο πρώτος πόλεμος,
ήρθε μια δυστυχία και φοβερός λιμός.
Η πείνα είχε φτάσει στης γης τα πέρατα,
τρώγαμε βαλανίδια και ξυλοκέρατα.
Κι από τα ξυλοκέρατα βράζαμε τα κουκούτσια,
ποτέ τα ποδαράκια μας δε φόρεσαν παπούτσια.
"Από παντού ή Θάσος είχε αποκλειστεί,
σαν ποντικοί στη φάκα είχαμε εδώ πιαστεί.
Τίποτα ν' αγοράσεις δεν είχε με λεφτά,
μα είχε αεροδρόμιο εδώ το δεκαεπτά.
Πέτρες ό κόσμος έσπαζε για λίγη κουραμάνα
μονάχα για τον άρρωστο και για τη μωρομανα.
Μες στην Καβάλα ήτανε οι Γερμανοβουλγάροι,
οι Καβαλιώτες έφτασαν να τρώνε και γάιδαροι.
Τέλος μια μέρα φύγανε οι Γερμανοβουλγάροι
κι οι φούρνοι έβγαλαν ψωμί, μ' άγανο, από κριθάρι.
Αρχισαν τα ερείπια να κτίζονται ξανά,
νέα ζωή ξανάρχισε κι άνοιξαν τα καπνά.
Μπήκα κι εγώ στα μαγαζιά από εννιά χρονώ,
χωρίς να είμαι έρημο ούτε και ορφανό.
Είχα αδελφές και αδελφό και μάνα και πατέρα,
με επταμελή οικογένεια πώς να τα βγάλουν πέρα.
Αυτοί οι λόγοι μ' έκαναν ν' αφήσω τη φυλλάδα,
γιατί έπαιρνα αρκετά λεφτά κι εγώ κάθε βδομάδα.
Δεν πήγα στο γυμνάσιο ούτε και στον Ευκλείδη,
τετάρτη του δημοτικού πήγα στον Τσανακλίδη.
Γράμματα λίγα έμαθα, να γράφω, να διαβάζω,
μα ο Θεός με φώτισε ποιήματα να βγάζω.
Τα πιο καλά τα χρονιά μου τα 'ζησα στην Καβάλα,
πέρασα χρόνια όμορφα και βάσανα μεγάλα.
Με αγαπούσανε πολλές, μικρές, μαθητριουλες,
γαλανομάτες, καστανές, ξανθές, Εβραιοπουλες.
Μες στην Καβάλα οι κοπελιές με λέγανε μαγκάκι,
γιατί φορούσα πάντοτε στραβά το καβουράκι.
Και ήμουνα αληθινά πραγματικό μαγκάκι,
χόρευα μάγκικο βαρύ κι έπαιζα μπουζουκάκι.
Τα στέκια μου ήταν πάντοτε Αμύντα και Σουτζούκι·
εκεί έμαθα ζεϊμπέκικο, εκεί έμαθα μπουζούκι.
Στην κρίση του τριανταδυό ξερίζωσα βουνά,
χιλιάδες είχα βγάλει οκάδες κάρβουνα.
Κι ο Θοδωρής, πού τα 'παίρνε, μου 'σπάζε την κανταρα
και στο φινάλε έβγαζε και τη μανέλα τάρα.
Ως το τριαντατέσσερα και τέρμα ο αγώνας,
μετά την κρίση άρχισε ένας χρυσός αιώνας.
Κάποια κοπέλα γνώρισα από το Θεολόγο·
χωρίς να θέλω έμπλεξα και έδωσα και λόγο.
Το όνομα της ήτανε Κατίνα Ευαγγέλου,
είχε κορμάκι λυγερό και πρόσωπο αγγέλου.
Μα όλως αναπάντεχα ήρθε ο χωρισμός·
αιτία ήταν ή ζήλια της και ο εγωισμός.
Καλά ως το τριανταεννιά, μα ήρθε άλλη κρίση,
ο δεύτερος ο πόλεμος, την πόρτα είχε χτυπήσει.
Τι έχεις βρε Γιαννάκη μου; -Αυτό πού είχα πάντα·
ήρθε το περιβόητο το έπος του σαράντα.
Μας χτύπησαν οι Ιταλοί με πείσμα και μανία
και άρχισε ο πόλεμος μέσα στην Αλβανία.
Πήραμε απ' την Κορυτσά ως τους Άγιους Σαράντα,
μας χτύπησαν οι Γερμανοί και χάσαμε τα πάντα.
Για να τα βάνουμε με δυο, δεν είχαμε αντοχή
κι άρχισε ή οπισθοχώρηση και ήρθε ή κατοχή.
Τη χώρα μας την πάτησε του Γερμανού ή μπότα
κι άρχισε ο χειρόμυλος, σκαφίδα και μπομπότα.
Κατέβηκαν οι Βούλγαροι, στη Θάσο, στην Καβάλα
στρογγύλια μ' άλλους φόρτωνα στο Μήτκα, στην Καψάλα.
Δουλεύαμε σαν είλωτες, μας βγάζαν το ζουμί,
σαράντα μέρες δούλεψα, δεν πήρα ούτε δραχμή.
Κι έφυγα στην Κεραμωτή, δουλειά εκεί να πιάσω
σε μια μπατόζα βοηθός, ψωμί για να χορτάσω.
Μα απ' τα πολλά κουνούπια κι από την υγρασία
με πλάκωσ' ένας πυρετός, βαριά ελονοσία.
Γύρισα πίσω στο χωριό, γιατί θε να πεθάνω,
μα είμαι και στενάχωρος, κάτι έπρεπε να κάνω.
Με γαϊδαρνή υπομονή και με πολλή προσπάθεια
σε λίγες μέρες άρχισα και έκανα καλάθια.
Σαν το μελίσσι πλάκωνε ο κόσμος, να τα πάρει,
κι αρχίσανε να πέφτουνε τα λέβα με το φτυάρι.
Αγόραζα τα πάντα της μαύρης αγοράς,
γιατί- πού λέει ο λόγος- μιλούσε ο παράς.
Κάποια κοπέλα έκλεψα από τη γειτονιά,
ήμουν τριανταδυό χρονώ εγώ κι εκείνη δεκαεφτά.
Όμως αυτό πού έκανα ήταν παρανομία,
γι' αυτό μας στεφανώσανε με την αστυνομία.
Αποδιωγμένοι και οι δυο μακριά από τα σπίτια
να πα' να χτίσουμε φωλιά σαν τα μικρά σπουργίτια.
Κάναμε το σπιτάκι μας έξω απ' το χωριό
κι oι δυο μαζί παλέψαμε για το νοικοκυριό.
Δυο κοριτσάκια κάναμε πού μένουν στην Καβάλα:
το πρώτο είναι κεντήτρια, το δεύτερο δασκάλα.
Έψαχνα χρόνια για δουλειά, μα τέλος τήνε βρήκα·
και ξέρετε ποια ειν' αυτή; Ή σύνταξη του ΙΚΑ.
Ομως πολύ κουράστηκα, να το πετύχω αυτό,
μα κάθε μήνα πέφτουνε έξι εφτακόσια οκτώ.

Ή διαθήκη μου.
Πριν αποθάνω και ταφώ, θ' αφήσω διαθήκη,
τα ποιήματα μ' ν' ακούγονται πετρέλαια και καθίκι.
Ν' ακούγονται και ολ' αυτά, πού έγραψα για μένα,
θα σας τα πω καλύτερα και πιο συγκεκριμένα:
Έχουμε κάποιον στο χωριό τον λένε μπάρμπα Σταύρο
μεσ' τα κατώγια τριγυρνά να βρει κρασάκι μαύρο.
Το άσπρο δεν το κυνηγά ούτε το κοκκινέλι,
το θέλει να 'ναι μπρούσικο κι όχι γλυκό σα μέλι.
Κι αν είχε όσες έχει πιει μπουκάλες μαύρο οίνο,
πολύ μεγάλη θ' άνοιγε ταβέρνα μες στον Πρίνο.
Χωρίς λεφτά να πίνανε του Πρίνου οι μπεκρήδες,
σα σουρουπώνει, να 'ρχονται, να πέφτουν σαν ακρίδες

256 Kbps + Covers

ακούστε: 1 2

Θόδωρος Θεοδωρίδης – Αργύρης Μπακιρτζής - Θέλω να πάρω τα βουνά

"Θέλω να πάρω τα βουνά και τους κρημνώδεις βράχους
να αποφύγω λογισμούς, φρικτούς πολυταράχους
να χω θηρία συντροφιά και βράχους κατοικία
γιατί η καρδιά μου μαύρισε, στου κόσμου την κακία"


Σ'αυτό το κλίμα και ακόμα πιο σατυρικό – αστείο κινείται όλος ο δίσκος που είναι βασισμένος στα ποιήματα του σατυρικού ποιητή Ανδρίκου Βέττα.

Ο Ανδρίκος Βέττας γεννήθηκε το 1860 στην σημερινή Ελευθερούπολη του Ν. Καβάλας κι έζησε εκεί μέχρι το 1928. Δούλεψε εκεί σαν καπνεργάτης και παράλληλα εξέδιδε για κάποιο διάστημα την σατυρική εφημερίδα «το κύμα».

Τα ποιήματα του εκδόθηκαν σε βιβλίο με τον τίτλο: «σένα τα λέγω πεθερά για να τα’ ακούει η νύφη» το 1899 στην Κωνσταντινούπολη. Η αξία του βιβλίου αυτού δεν βρίσκεται μόνο στην καλλιτεχνική του αξία αλλά και στην παράθεση, μέσα από τα ποιήματα, ιστορικών στοιχείων για γεγονότα που είτε δεν τα γνωρίζαμε καθόλου μέχρι σήμερα, είτε οι ιστορικοί είχαν ελάχιστα στοιχεία και πηγές.
Το βιβλίο το ανακάλυψε πολύ αργότερα ο Νίκος Ροδουμέτωφ και ζήτησε από τον Θόδωρο Θεοδωρίδη να μελοποιήσει μερικά ποιήματα για την παρουσίαση του βιβλίου.

Ο Θόδωρος μελοποίησε 4 ποιήματα και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτός ο δίσκος …
Και σίγουρα η βραχνή φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή (σε μερικά από τα τραγούδια) είναι ο καλύτερος τρόπος για να μπούμε στο σατυρικό κλίμα αυτού του δίσκου.

Μουσική: Θόδωρος Θεοδωρίδης
Τραγούδι: Θόδωρος Θεοδωρίδης – Αργύρης Μπακιρτζής

256 Kbps + covers

Ακούστε: 1 2